πολυβέλεμνος

πολυβέλεμνος
πολυ-βέλεμνος, mit vielen Geschossen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πολυβέλεμνος — ον, Α πολυβελής*. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + βέλεμνον «βέλος» (πρβλ. χρυσο βέλεμνος)] …   Dictionary of Greek

  • πολυβέλεμνοι — πολυβέλεμνος with many darts masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”